Αφιέρωμα της Βιβλιοθήκης των Αρσακείων Σχολείων Ψυχικού από την βιβλιοθηκονόμο κ. Γ. Καβάγια

Με αφορμή την Διεθνή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του Ολοκαυτώματος (27 Ιανουαρίου) αναδημοσιεύουμε μια μαρτυρία του Γιαννιώτη Τάκη Σωτηριάδη, όπως καταγράφηκε από τον Γερμανό ιστορικό και ερευνητή Christoph Schminck-Gustavus. Η μαρτυρία αυτή αποτελεί αυθεντικό τεκμήριο της εμπειρίας Ελλήνων  πολιτικών κρατουμένων στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου και μας θυμίζει πόσο σημαντικό είναι να ακούμε τις φωνές των ανθρώπων που έζησαν την ιστορία. Μέσα από τις προσωπικές τους αφηγήσεις καταλαβαίνουμε καλύτερα τι σημαίνει πόλεμος, φασισμός και ανθρώπινη αντοχή, αλλά και γιατί η μνήμη αυτών των γεγονότων είναι απαραίτητη για το μέλλον. Το γεγονός ότι ένας Γερμανός ιστορικός κατέγραψε τη μαρτυρία ενός Έλληνα θύματος των Ναζί θεωρήθηκε μια σπουδαία πράξη ιστορικής δικαιοσύνης και συμφιλίωσης των λαών.

Η Συνέντευξη

Με ρώτησε πώς θα ‘θελα να αρχίσει. Του πρότεινα να μιλήσει για την οικογένειά του, τους γονείς του, πώς άρχισαν όλα…..

-Ονομάζομαι Δημήτρης Σωτηριάδης και γεννήθηκα σ’ ένα χωριό, εδώ στα Γιάννενα, το 1924. Τώρα είμαι συνταξιούχος. Τον πατέρα μου τον λέγανε Νικόλαο και τη μητέρα μου Αικατερίνη. O πατέρας μου ήταν δάσκαλος, εδώ, στα Γιάννενα. Πέθανε το 1944. Εγώ τότε ήμουν στο Νταχάου κι έτσι δεν έμαθα το θάνατό του. Μου το είπαν μόλις γύρισα. Αρρώστησε και πέθανε ξαφνικά.

– Ποιοι ήταν στα βαγόνια για το Νταχάου;

– Οι περισσότεροι ήταν Ιταλοί στρατιώτες που μόλις είχαν συλληφθεί, αλλά και μερικοί πολίτες. Εμείς οι Έλληνες ήμασταν μόνο τριάντα δύο άντρες. Φτάσαμε τελικά στο Νταχάου. Ονόματα, ταυτότητα και ό,τι άλλο τα αφήσαμε στην είσοδο του στρατοπέδου. Από κει και πέρα ήσουν μόνο ο «37739». Αυτό ήταν το νούμερο μου, ό,τι απόμεινε από μένα.

-Τι έγινε την πρώτη μέρα στο Νταχάου; Θυμάστε;

-Φτάσαμε νύχτα, και μας παράτησαν εκεί έξω όλο το βράδυ να ξεπαγιάζουμε σε μια γωνιά. Ήταν Οκτώβριος και έκανε πολύ κρύο, χιόνιζε κιόλας. Το πρωί ήρθαν και μας πήραν. Έπρεπε να παραδώσουμε τα ρούχα μας και να φορέσουμε τη στολή του στρατοπέδου.

-Δηλαδή, όλη τη νύχτα χιόνιζε;

-Όχι, ακριβώς, την άλλη μέρα άρχισε κανονικά. Όλο το βράδυ στεκόμασταν εκεί με τα δόντια μας να χτυπάνε από το κρύο, και κάνοντας μικρά πηδηματάκια επί τόπου για να ζεσταινόμαστε. Αυτό όμως δεν ήταν τίποτα. Αυτό έπειτα από κάποιες ώρες πέρασε. Μετά άρχισαν όλα. Όλη η κακοποίηση.

– Πώς ήταν η στολή του στρατοπέδου;

-Σε μας ονομαζόταν «τρέλα» — τρελόρουχο. Ήταν με μπλε και άσπρες ρίγες, σαν αυτές που φοράνε στα ψυχιατρεία. Πάνω από την τσέπη, στο στήθος, το νούμερό μας και ένα κόκκινο τρίγωνο. Ήταν το σημάδι για μας τους πολιτικούς. Μαζί και το γράμμα της εθνικότητας, ένα «G» για μας τους Έλληνες, σημειωμένο με μαύρο μαρκαδόρο στο κόκκινο τρίγωνο. Υπήρχαν και άλλα χρωματιστά σημάδια για ειδικές κατηγορίες αιχμαλώτων. Μαύρο για τους κλέφτες, ροζ για τους ομοφυλόφιλους, μοβ για τους αλλοδαπούς της Γαλλίας και το κίτρινο αστέρι για τους Εβραίους. Οι Εβραίοι έμεναν πάντα το πολύ δύο ή τρεις ημέρες στο Νταχάου. Μετά μεταφέρονταν στο Άουσβιτς. Μετά την παράδοση των ρούχων πήγαμε στα κελιά. Δηλαδή στις παράγκες. Δεν ήταν και άσχημα. Για διαμονή ήταν αρκετά καλές. Δεν μπορούσε κανείς να πει τίποτα. Το άσχημο όμως ήταν που σ’ ένα χώρο εκατό ατόμων έβαζαν τετρακόσιους. Σαν σαρδέλες σε κονσέρβα. Παντού ψείρες, αρρώστιες, Τύφος. Και το φαγητό λιγοστό κι η δουλειά πολλή.

– Πώς περνούσε μια μέρα στο Νταχάου, από το πρωί μέχρι το βράδυ;

– Εγώ δούλευα σε ραφτάδικο. Βρισκόταν εκτός στρατοπέδου, όπως και οι υπόλοιπες δουλειές. Έφτιαχναν τα στρατόπεδα δίπλα στα εργοστάσια. Χρειάζονταν τη δουλειά του εχθρού κι όχι μόνο την τιμωρία του. Όσοι κρατούμενοι άντεχαν, τους ξεζούμιζαν στη δουλειά, όταν όμως εξασθένιζαν τους οδηγούσαν στο κρεματόριο.Εμένα η δουλειά μου στο εργοστάσιο ήταν πάντα νύχτα. Αρχίζαμε στις πέντε το απόγευμα μέχρι τις έξι το πρωί. Την ημέρα δούλευαν εκεί γυναίκες, κανονικές εργάτριες όχι κρατούμενες. Μόλις τέλειωνε η βάρδια τους πηγαίναμε εμείς. Ράβαμε στολές για τον γερμανικό στρατό. Το εργοστάσιο το ονομάζαμε «Ψειροεργοστάσιο» γιατί συνεχώς ψάχναμε για ψείρες. Δηλαδή μαζεύαμε ψείρες κρυφά και τις βάζαμε μέσα στις στολές. Μια φορά μάλιστα δοκιμάσαμε πόσο θα άντεχαν οι ψείρες σε θερμοκρασία υπό το μηδέν. Τις βάλαμε σε ένα μπουκαλάκι και τις θάψαμε στο χιόνι. Μετά από δέκα ημέρες τις ξεθάψαμε. Δεν είχαν πάθει το παραμικρό.

Όταν οι στολές ήταν έτοιμες και πακεταρισμένες, ρίχναμε κρυφά στα πακέτα τις ψείρες. Στο στρατόπεδο θέριζε ο τύφος και οι ψείρες ήταν οι φορείς του.

Ήμασταν σίγουροι πως δεν θα βγαίναμε ζωντανοί από εκεί μέσα. Αυτό δεν ήταν το μοναδικό σαμποτάζ που μπορούσαμε να κάνουμε.

Πέρα από το «ψάρεμα της ψείρας», χαλούσαμε και τις μηχανές. Κόβαμε, για παράδειγμα, έναν ιμάντα και άλλα τέτοια παρόμοια. Στην αίθουσα του εργοστασίου υπήρχαν δεκαοχτώ μεγάλες μηχανές. Η καθεμιά επεξεργαζόταν και από ένα διαφορετικό κομμάτι της στολής βάσει ενός πανέξυπνου συστήματος καταμερισμού εργασίας. Η τελευταία μηχανή ήταν μια μεγάλη πρέσα, στην οποία ράβονταν τα πακέτα. Εκεί ήταν και το σημείο όπου βάζαμε τις ψείρες.

– Γιατί νομίζατε πως δεν θα βγείτε ζωντανοί από το στρατόπεδο;

– Βλέπαμε καθημερινά πώς ζούσαμε και πώς μας είχαν καταντήσει. Εντελώς σκελετοί. Άλλοι 40 κι άλλοι 35 κιλά, το πολύ. Γρήγορα θα σχολνάγαμε…

– Είχατε κάποια επαφή με τους δικούς σας; Μπορούσατε να στείλετε γράμμα;

-Ναι, μπορούσαμε να γράψουμε. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι μπορούσες να στείλεις γράμμα μόνο στη χώρα όπου σε είχαν πιάσει. Και εμείς οι Έλληνες, που πιαστήκαμε στην Ιταλία, πού θα γράφαμε, στο Μπάνι ντι Κασιάνο;

Στον έλεγχο των γραμμάτων κοίταζαν αμέσως από πού είχε έρθει ο κρατούμενος και που έστελνε γράμμα. Έτσι, αν είχε έρθει από την Ιταλία και έστελνε γράμμα στα Ιωάννινα το γύριζαν πίσω. Το ίδιο συνέβη και σε μένα. Μου γύρισαν πίσω ένα γράμμα που είχα γράψει. Δεν εγκρίθηκε. Μετά, όταν ήρθαν Έλληνες που είχαν πιαστεί στην Ελλάδα, συναντηθήκαμε μαζί τους κι έτσι, μέσω αυτών, μπορέσαμε τελικά να στείλουμε κι εμείς ένα γράμμα.

– Έλαβαν οι γονείς σας γράμμα σας; Ήξεραν πού βρίσκεστε;

– O πατέρας μου δεν το έμαθε ποτέ. Ακριβώς τη μέρα που πέθανε, έφτασε το πρώτο μου γράμμα από το Νταχάου. Ήταν στις 29 Απρίλη του 1944, μια ημερομηνία ιδιαίτερα ξεχωριστή για μένα. Ένα χρόνο μετά, την ίδια μέρα, φύγαμε από το Νταχάου. Οι Γερμανοί, τον Οκτώβριο του 1944, είχαν οπισθοχωρήσει από τα Ιωάννινα και τα γράμματα δεν πήγαιναν πέρα από το μέτωπο.

– Τις γυναίκες που δούλευαν την ημέρα στο εργοστάσιο τις είδατε ποτέ;

– Όχι. Ποτέ. Θυμάμαι μόνο την τελευταία μέρα πριν από την απελευθέρωση. Οι γυναίκες δυο-τρεις μέρες νωρίτερα δεν φάνηκαν για δουλειά. Μόνο οι επιστάτες ήταν εκεί. Μας έδωσαν τρόφιμα. Τα ρούχα που αρχίσαμε να ράβουμε ήταν ιδιαίτερα χοντρά, χειμερινές στολές για το στρατό. Νομίζω πως τα χρειάζονταν για την οπισθοχώρηση. Μάλλον σκόπευαν να κατευθυνθούν προς τις Άλπεις, όπου ακόμα έκανε πολύ κρύο.Μόλις τελειώσαμε, μας είπαν: «Τέλος τώρα! Καταστρέψτε τις μηχανές!» Δεν το κάναμε όμως. Είχαν τόση βιασύνη να φύγουν που δεν επέμειναν.

– Ρώτησα για τις γυναίκες, τις κανονικές εργάτριες, γιατί θα μπορούσε να είχατε πάρει κρυφά ή και να σας είχαν δώσει οι ίδιες τίποτα φαγώσιμα, μια πατάτα, ας πούμε, ή έστω ένα κομμάτι ψωμί.

– Όχι. Ποτέ δεν μας έδωσαν τίποτε. Νομίζω ότι αν είχαν κάτι περισσευούμενο, θα προτιμούσαν να το πετάξουν.Θυμάμαι μια φορά που επιχειρήσαμε να εξοικονομήσουμε πατάτες. Στο δρόμο για τη δουλειά συναντήσαμε μερικούς αιχμαλώτους. Έσερναν, όπως τα βόδια, μια καρότσα γεμάτη πατάτες, που προορίζονταν για το στρατόπεδο των Ες-Ες. Αυτοί οι αιχμάλωτοι ήταν από το δικό μας στρατόπεδο. Τους γνωρίζαμε. Για λίγο πήγαμε σκυφτά προς τη μεριά τους κι αυτοί πλησίασαν προς τη δικιά μας, έτσι που να βρεθούμε κοντά. Με αυτό τον τρόπο μπορέσαμε να πάρουμε μερικές πατάτες, που τις μαγειρέψαμε μετά στο εργοστάσιο.

– Είχατε φωτιά εκεί;

– Όχι, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο εκεί. Πήραμε απλώς δύο καλώδια, βάλαμε απάνω δυο κομμάτια τσίγκο —χαλκό δεν είχαμε— και ανάμεσα ένα ξύλο για να μη γίνει βραχυκύκλωμα. Μετά βάλαμε τις πατάτες σε έναν τενεκέ με νερό και το σύρμα σε μια πρίζα. Φυσικά όλα αυτά στα κρυφά. Δεν έπρεπε να μας πιάσουν.

– Πόσο συχνά μπορούσατε να μαγειρεύετε με αυτό τον τρόπο;

– Πολύ σπάνια. Άμα πω δέκα φορές σε δύο χρόνια, πολλές θα είναι. Άλλωστε δεν υπήρχε και τίποτε να μαγειρέψεις. Εντελώς τίποτε. Ας πούμε τα τσιγάρα ήταν σπανιότατα έως καθόλου. Δεν μας πείραζε. Ψωμί; Και από αυτό σχεδόν καθόλου. Διακόσια γραμμάρια. Ό,τι μπορούσε να τρώγεται το βάζαμε στο στόμα μας. Αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Όταν για παράδειγμα οι Γερμανοί επιστάτες πετούσαν από το κολατσιό τους κανένα καμένο κομματάκι κόρας ψωμιού, το παίρναμε από τα σκουπίδια και το τρώγαμε. Δύσκολη, πολύ δύσκολη κατάσταση. Για φαγητό δεν μας έδιναν σχεδόν τίποτα. Μια σούπα, με κάνα-δυο ρίζες γογγύλι ή λάχανο μέσα. Αυτό ήταν το φαγητό μας κάθε ημέρα. Νερόσουπα. Σε χίλια κιλά νερό, μόλις μισό κιλό μαργαρίνη. Μαύρη ζωή.

Το ίδιο άσχημες ήταν και οι ταπεινώσεις. Φορούσαμε σκουφιά από το ίδιο ύφασμα με αυτό του «τρελοκομείου». Αν στο στρατόπεδο συναντούσες κάποιον Γερμανό, έπρεπε οπωσδήποτε να βγάλεις το σκούφο. Καμιά φορά όμως συνέβαινε να μην τον προσέξεις και τότε αυτός σταματούσε φώναζε να πλησιάσεις και σ’ άρχιζαν στο ξύλο. Μερικοί έμειναν στον τόπο, δεν ξανασηκώθηκαν ποτέ.

– Ώστε ξυλοκοπούνταν άνθρωποι μέχρι θανάτου επειδή δεν χαιρέτησαν. Το είδατε με τα μάτια σας αυτό;

– Το είδα να συμβαίνει πολλές φορές, σχεδόν καθημερινά.

– Και μετά τι γινόταν με τους χτυπημένους;

– Τίποτα. Έμεναν εκεί κατάχαμα μέχρι να έρθει το κάρο —το λέγαμε «Βόλγα» γιατί το τραβούσαν με ένα λουρί σαν τις βάρκες στον Βόλγα— να τους μεταφέρει στο κρεματόριο. Το κάρο περνούσε κάθε πρωί και μάζευε τους νεκρούς από τα κελιά. Αυτό το βλέπαμε συνεχώς.

-Μπορείτε να μου διηγηθείτε λεπτομερώς πώς έγινε η απελευθέρωση;

-Ναι. Την ημέρα που ράψαμε στα παπλώματα το Lamm-Futter και γυρίσαμε πίσω στην αποθήκη.

– Οι φύλακες ήταν ακόμη εκεί;

– Ναι, ναι. Αλλά δεν ήταν άνθρωποι των Ες-Ες. Είχαν αλλάξει φρουρά εδώ και λίγο καιρό. Τώρα ήταν κάποιοι γέροι άντρες. Μας είπαν ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει κι ότι θα πηγαίναμε στα σπίτια μας. Φέρθηκαν πολύ εντάξει απέναντί μας. Δεν μας έκαναν τίποτα. Έτσι κι αλλιώς ήταν οι τελευταίες μέρες. Γυρίσαμε λοιπόν πίσω στο στρατόπεδο. Αλλά μέχρι να έρθουν οι Αμερικανοί πέρασαν τρεις ημέρες. Σ’ αυτές τις τρεις μέρες δεν είχαμε τίποτα να φάμε, ούτε σούπα, ούτε ψωμί, απολύτως τίποτα. Αντ’ αυτού έπρεπε να συγκεντρωνόμαστε στο χώρο αναφοράς κατά εθνικότητα: Έλληνες, Ιταλοί, Ρώσοι, Γερμανοί — υπήρχαν αρκετοί Γερμανοί στο στρατόπεδο. Και μετά έπρεπε να περιμένουμε όλη την ημέρα εκεί. […….]

– Υπάρχει κάποιος Έλληνας που να μπόρεσε να βγει από το Νταχάου πριν από την απελευθέρωση;

– Όχι. Οι μόνοι που κατάφεραν να δραπετεύσουν ήταν καμιά δεκαριά Ρώσοι. Πού πήγαν δεν γνωρίζω. Αυτό, τότε, πρακτικά ήταν αδύνατο. Δεν μπορούσαμε να κινηθούμε ελεύθερα. Δεκάχρονα παιδιά σε ρωτούσαν αν έχεις ταυτότητα. Δεν μπορούσες να πας πολύ μακριά. Τους Ρώσους δεν μπόρεσαν να τους βρουν. Όλους τους άλλους που κατάφεραν να δραπετεύσουν τους έπιασαν αμέσως. Για μας, στο στρατόπεδο, τέτοιου είδους καταστάσεις ήταν μαρτύριο. Κάθε φορά που κάποιος δραπέτευε μάς καλούσαν σε αναφορά στο προαύλιο. Μας άφηναν εκεί να στεκόμαστε μέσα στο χιόνι μέχρι να τους πιάσουν. Πολλές φορές αυτό διαρκούσε περισσότερο από είκοσι τέσσερις ώρες. Ήταν πολλοί αυτοί που πέθαναν από το κρύο και την ορθοστασία. Γι’ αυτό λοιπόν καλύτερα να μην επιχειρούσε κανείς κάτι τέτοιο. Άλλωστε, ποιες πιθανότητες είχε να γλυτώσει κάποιος με ξυρισμένο κεφάλι, στολή τρελού και χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα; [……]

– Όλο αυτό το διάστημα προσπαθήσατε να στείλετε κάποιο γράμμα στους δικούς σας;

– Ναι, αμέσως μετά την απελευθέρωση, μέσω του Ερυθρού Σταυρού. Το γράμμα όμως έφτασε μετά από μένα, τον Οκτώβριο. Είχανε εκτοπίσει πολλούς ανθρώπους και το ταχυδρομείο καθυστερούσε.

– Πότε φτάσατε στο σπίτι σας;

– Στις 20 Σεπτεμβρίου 1945.

– Ποιον βρήκατε εκεί;

– Τη μάνα μου και τον αδελφό μου. O πατέρας μου είχε πεθάνει πάνω από ένα χρόνο.

– Μπορείτε να θυμηθείτε τη στιγμή που φτάσατε στο σπίτι;

– Αααχ… Καλά…

Όλος ο δρόμος γέμισε κόσμο. Μαζεύτηκε όλη η γειτονιά. Είχαν μάθει ότι επέζησα. Όταν έφτασα, το νέο διαδόθηκε παντού.[…….]

– Την ιστορία του Νταχάου την έχετε διηγηθεί πολλές φορές;

– Μα φυσικά, σε φίλους και γνωστούς.

– Ακόμη κι αυτά με το μέτρημα και το κρέμασμα;

– Βεβαίως, αλλά το αποφεύγω γιατί κάθε φορά που τα διηγούμαι είναι σαν να τα ξαναζώ απ’ την αρχή. Είναι σαν να βρίσκομαι στ’ αλήθεια εκεί, στο Νταχάου.

– Καταλαβαίνω. Και, γι’ αυτόν το λόγο, φαντάζομαι, μερικές φορές είναι πολύ δύσκολο να κάνει κάποιος ερωτήσεις.

– Όχι, όχι, αυτό είναι το λιγότερο. Απλώς τώρα είμαι ανήσυχος. νευρικός. Γυρίζει το κεφάλι μου. Και είμαι σίγουρος πως απόψε θα δω στον ύπνο όλα όσα έζησα στο Νταχάου.Λυπάμαι πολύ. Αυτό δεν ήθελα να συμβεί.Μα όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Όλα αυτά έτσι κι αλλιώς δεν πρέπει να ξεχαστούν. οι νέοι άνθρωποι, που δεν έζησαν αυτή την περίοδο, πρέπει να τα πληροφορηθούν, να τα γνωρίσουν. Ακόμη και οι Γερμανοί. Δεν τρέφω κανένα μίσος για τους σημερινούς Γερμανούς, όπως επίσης και γενικότερα. Εναντίον του φασισμού, ναι — αλλά αυτό είναι διαφορετικό. Πόλεμος και φασισμός, αυτά τα δύο δεν πρέπει να ξανaϋπάρξουν.

Αν θέλεις τώρα μπορείς να κλείσεις το μαγνητοφωνάκι σου….

Εγγραφείτε στο Νewsletter

Ενημερωθείτε για τα νέα μας και μείνετε συντονισμένοι με όλες τις εξελίξεις που αφορούν το Σχολείο σας!

Δεν στέλνουμε spam! Διαβάστε την πολιτική απορρήτου μας για περισσότερες λεπτομέρειες.